Δευτέρα, 11 Μαΐου 2015

Ένας άλλος Επιτάφιος

... που απόμεινα ξερό δεντρί σε χιονισμένο κάμπο ...

Από την Αρκαδική Ραψωδία του Ηλία Σιμόπουλου και την Τρίτη Ανθολογία του Γιάννη Σπανού ... Ο Θρήνος της Μάνας (τραγουδισμένος από την Αρλέτα):

Όλη τη μέρα που `λειπες το σπίτι μας ρημάδι.
Κι όμως πώς ήταν όμορφα σαν γύριζες το βράδυ
Κι ας τρώγαμε ξερό ψωμί κι ας έλειπε το λάδι.

Κι ας έλειπαν τα κάρβουνα φτάνει που ήσουν κοντά μου.
Αχ πως στο κάθε χτύπημα της πόρτας η καρδιά μου
Ραγίζουνταν, αγόρι μου, και μου `φευγε η λαλιά μου.

Θυμάσαι τις τριανταφυλλιές μπροστά στο περιβόλι
Που ανθίζανε την άνοιξη και πια στην κάθε σκόλη
Γιομίζαμε τριαντάφυλλα την αγκαλιά μας όλη.

Κι ο γέρος ο πατέρας σου καμάρωνε κι αντάμα
Καμάρωνα κι η δόλια εγώ, κι αν έκλαιγα τι θάμα! 
Περσότερο ξαλάφρωνε η καρδιά μου από το κλάμα.

Μεγάλωσες. Δε μ’ άκουγες. Έφευγες όλη μέρα. 
Κι όταν τα βράδια μου `λεγες «Η Λευτεριά μητέρα 
Θα ρθεί» μ’ άγγιζαν την καρδιά τα λόγια σαν φοβέρα. 

Μ’ αν μου `φευγες πρωί πρωί, προτού να φέξει, μόνος
Κι αργοκυλούσαν οι ώρες μου, κάθε στιγμή ένας χρόνος
Το `ξερα πως θα γύριζες κι ήταν γλυκός ο πόνος.

Τώρα στο παραγώνι μας κουβαριασμένη ρέβω
Σαν αστραποκαμένη ελιά και πια δε σε γυρεύω
Τι `ναι ψηλός ο ανήφορος και δεν μπορώ ν’ ανέβω.

Γιατί δεν άκουες, γιόκα μου, τη μάνα που σ’ εγέννα;
Κι αν έρθει τώρα η Λευτεριά πουν’ όλα ρημαγμένα
Τι να την κάνω, αγόρι μου γλυκό, χωρίς εσένα;


Ξεχωρίζει βεβαίως ο όρος "αστραποκαμένη (ελιά)": μια απλή διαδικτυακή αναζήτηση μας δίνει και αστραποκαμένη οξυά (που 'ταν μια κρύα βρύση, κει 'χαν οι κλέφτες μάζωξη) και αστραποκαμένη καρυ(δι)ά (εκεί που βγαίνει ένα στοιχειό) και αστραποκαμένη ιτιά (οπόχει αντάρα ΄ς την κορφή και καταχνιά ΄ς τη μέση) που στην πηγή της έπεσε το δαχτυλίδι, και, χωρίς την παρομοίωση, αστραποκαμένη μάνα (ΠαλαμάςΓεωργοβασίλης), και, για να μην ξεχνάμε, "αστραποκαμένη (από την αστραποχάλαζην) Πόλη":  

Καράβιν εκατέβαινε’ς μέρη της Τενέδου,

και κάτεργον το απάντησε,

στέκει κι αναρωτά το.

Καράβιν πόθεν έρχεσαι

και πόθεν κατεβαίνεις;

Έρχομαι απ’ τ’ ανάθεμα

κ’ εις το βαρύν το σκότος,

απ’ την αστραποχάλαζην

απ’ την ανεμοζάλην

από την Πόλιν έρχομαι

την αστραποκαμένη

εγώ γομάριν δεν βαστώ

αμέ μαντάτα φέρνω

κακά δια τους Χριστιανούς,

πικρά και θολωμένα.

Οι Τουρκιώται ήρθασιν,

επήρασιν την πόλην,

απώλεσαν τους Χριστιανούς

εκεί και πανταχόθεν.


[Από Το ανακάλημα της Κωνσταντινουπόλεως]



ΑΣΤΡΑΠΟΚΑΜΕΝΟΣ ΑΙΩΝΟΒΙΟΣ ΕΛΑΤΟΣ ΣΤΟ ΜΕΓΑΛΑΚΟ (ΛΕΟΝΤΙΤΟ ΑΡΓΙΘΕΑΣ) -- Νίκος Γραμμένος

1 σχόλιο:

  1. Τι `ναι ψηλός ο ανήφορος και δεν μπορώ ν’ ανέβω.

    ένα οδοιπορικό στον αστραποκαμένο Όλυμπο
    http://www.hprt-archives.gr/V3/public/main/page-assetview.aspx?tid=0000074559&tsz=0&autostart=0

    ΑπάντησηΔιαγραφή